Είσοδος χρήστη
Πρόσφατα σχόλια
Λεξικό Βορειοηπειρωτικής διαλέκτου
κρόθα
=
η κόρα του ψωμιού
κροδιάρης
=
λερωμένος
κρόδα
=
1.βρωμιά, 2.λερωμένος, -η, -ο
κριτσάει
=
σκάει, κάνει μπαμ
Ανδρέας
κρίτσα
=
η κόρα του ψωμιού
Σπύρος
κρισάρα
=
σίτα
κρίγγαλο
=
πολύ σκληρό
κριάσι
=
κρέας
Ανδρέας
κρένω
=
μιλάω
Κράτης
=
υποκ. του Σωκράτη
κρατημένος
=
δυσκίνητος, παράλυτος
κράνι
=
1)καρπός δέντρου (κρανιάς) 2) αποκαλείται έτσι και το αιδοίο
κρακ
=
καθόλου
κοψιά
=
κομμάτι μαγειρεμένου κρέατος
κουφολάχανο
=
φαγώσιμο χόρτο
κουφάλογο
=
πολύ κουφός
Κατερίνα
κουτσουπιά
=
είδος δέντρου με μωβ ανθό
κουτσούπι
=
ό,τι απομένει από το δέντρο αφού το κόψουμε
κουτσούλι
=
σκατούλα, μικρή κουράδα
Κυριάκος
κουτσιαβέλι
=
κουτάβι, μικρό σκυλάκι
Κυριάκος
κουτουρού
=
στα χαμένα
Ανδρέας
κούτουλος
=
πολύ απότομη κατηφόρα
Κυριάκος
κουτουλιάμενα
=
κατρακυλώντας
Vasilaqis
κουτούζικο
=
κουτός
κούτιακας
=
χαζός, βλάκας
Ανδρέας
κουτέλι
=
τενεκεδάκι
Σπύρος
κουρούνα
=
τσαμπί σταφυλιού (π.χ.: μια κουρούνα σταφύλια)
Κυριάκος
κουρμούτσι
=
κρέας, κοψίδια
Κυριάκος
κουρκουτόπιτα
=
πίτα με χυλό και κομμάτια τυριού
κουρκουτιάζω
=
μπερδεύω
κουρκούτι
=
χυλός
κουρκούτας
=
αυτός που δε μιλάει καθαρά
κουρί
=
το μικρό δάσος, διότι τα δέντρα περιοδικά "κουρεύονται"
Σπύρος
κούπες
=
βεντούζες
Κυριάκος
κουναρίζω
=
ανατρέφω, μεγαλώνω τα παιδιά
Σπύρος
κούμπουλα
=
κορόμηλα
κουμπαραχιά
=
σπονδυλική στήλη
Κυριάκος
κουλτούκι
=
καναπές, πολυθρόνα
κουλούφι
=
θήκη
Σπύρος
κουλιάς
=
διωκώμενος (απ? τους κομμουνιστές)
κουκουμάτσιο
=
κουκουβάγια
κουκουλίτσα
=
μανιτάρι
κουκούδι
=
ξεραμένο αίμα πληγής ή ξεραμένη μύξα
Ανδρέας
κουκιάης
=
είδος δέντρου με ροζ-μοβ ανθό
Κυριάκος
κούκας
=
κουτός, χαζός
Κυριάκος
κουκάλογο
=
χαζός, κουτός
Ανδρέας
κουϊντάλι
=
εκατό κιλά
κουγιάμπαλο
=
αλλοπαρμένο
Ανδρέας
κοτσκολαίμης
=
κοκκινολαίμης
Κυριάκος
κότσκαλο
=
είδος φελού από ξύλο ή κορμό καλαμποκιού
Κυριάκος
κοτσίλι
=
μικρό μαχαίρι
κοτοφολιάρης
=
αυτός που κλείνετε στο σπίτι
Ανδρέας
κόσα
=
γεωργικό εργαλείο
κόρτσες
=
παράσιτα σαν τις ψείρες
κόρμα
=
1) δερματολογική ασθένεια προβάτων 2) βρωμιάρης (μεταφ.)
κορκοσούρης
=
κουτσομπόλης, ανακατωσούρης
Κυριάκος
κορκάρι
=
μικρά κρεμμύδια που φυτεύονται για την αναπαραγωγή του είδους
κορίτα
=
το μέρος που πίνουν νερό οι κότες (συν. πέτρινο)
κόρζες
=
κοριοί
Κυριάκος
κόρδωμα
=
τέντωμα, λέγεται έτσι και η αντρική στύση
κόρδας
=
βλάκας, χαζός
Κυριάκος
κόπστι
=
νηπειαγωγείο
κοπερατίβα
=
συναιτερισμός
κοντοπίθιακας
=
ο κοντός
Σπύρος
κοντοζυγεύω
=
κοντοζυγώνω
Κυριάκος
κοντιτσίνα
=
15ήμερο (το λέμε για τις πληρωμές συνήθως)
Κυριάκος
κόντισμα
=
εικόνα
κόντες
=
τα αυγά της ψείρας
κονάκι
=
μικρή αποθήκη
Ανδρέας
κομισάτο
=
κόντρα πλακέ
Ανδρέας
κολυμπαριό
=
μούσκεμα
Κυριάκος
κολλημένος
=
αδύνατος
κολιτσίνα
=
παιχνίδι της τράπουλας
Κόλιας
=
υποκ. του Νικόλα
κόκοσης
=
κόκορας
Ανδρέας
κοκόνι
=
χαϊδιάρικο σκυλί που δε γαβγίζει
Σπύρος
κοκεύω
=
σημαδεύω
Ανδρέας
κόϊκος
=
άμυαλος
Ανδρέας
κλωνί
=
σπίρτο
κλωνάρι
=
κλαρί
κλώκω
=
κλώσσα (με την κακη εννοια)
Κυριάκος
κλούτσος
=
κρεμαστάρι αγκυλωτό στο ένα άκρο
Σπύρος
κλόκω
=
γριά κατσίκα
Σπύρος
κλόθεσαι
=
περδικλόνεσαι ( στα πόδια )
Ανδρέας
κλιούπι
=
καφενείο
κλιματσίδα
=
είδος φυτού που κολλάει γύρω από τα δέντρα και μοιάζει με σχοινί
Σπύρος
κλίμα
=
κλιματαριά
κλιάει
=
κλείνει
κλειτσουνάρι
=
το πόδι υποτιμητικά
κλειτσάρα
=
βήμα
κλειδωνιά
=
κλειδαριά
κλαφούνι
=
κουταβάκι, σκυλάκι
Κυριάκος
κλαφακίζω
=
μιλάω άσκοπα, μουρμουράω
Κυριάκος
κλαπουκίζω
=
καταβροχθίζω, καταπίνω
Σπύρος
κλάπας
=
βλάκας
Κίτσιενα
=
η γυναίκα του Κίτσιου
Κυριάκος
κίτερο
=
κίτρινο
κίσσερας
=
κισσός
Κυριάκος
κιρκίρι
=
γρύλος
κιπάπι
=
λιώμα, σμπαράλια (π.χ.: τον έκανε κιπάπι)
Κυριάκος
Με απόλυτο σεβασμό στις ρίζες, στην παράδοση και στη σημασία αυτών των λέξεων.
Ποιοι είναι online
Επισκέπτες: 1 Εγγεγραμμένοι: 0
Ο καιρός στο χωριό
Στο www.eleftherohori.gr χρησιμοποιούμε cookies!
Χρησιμοποιούμε cookies για να μην χρειάζεται κάθε φορά να κάνετε σύνδεση (login) στο site μας, πατώντας "Αποδοχή" θα αποθηκευτούν με κρυπτογράφηση στη συσκευή σας τα στοιχεία εισόδου σας για 1 έτος.
Αποδοχή