Λεξικό Βορειοηπειρωτικής διαλέκτου
Ταξινόμιση: αλφαβητικά | συγγραφέας | ημερομηνία | |
νταλακιάρικο = αδύνατο, αφάγωτο παιδί Κυριάκος
νταμάσκο = κάλλυμα καναπέδων
νταμπακέρα = το κουτί που κρατάει τον καπνό Christos
ντάμπαρο = ορθάνοιχτα
νταμπιετι = χαρακτηρας Σπύρος
νταμπίνα = κοπάνι σταφύλι
νταμπλάς = 1.ηλίθιος 2.μεγάλη έκπληξη (μεταφ.)
νταμπούκι = «ψόφιος»
νταμπούτι = δαρμένος (τον έκανε νταμπούτι στο δαρμό) Κυριάκος
ντανταρούκι = τσαμπουκάς, ψευτόμαγκας
νταούλας = ξεροκέφαλος [έχει το κεφάλι σαν το νταούλι]
ντάσης = κριάρι Κυριάκος
ντασκί = φυλακτό
ντάτσο = αυτός που έχει ξυρισμένο κεφάλι
νταψιά = πέσιμο
ντεκοράτο = παράσημο
ντελικάτο = ευαίσθητο
ντεμ παπαντέμ = αναντάμ παπααντάμ, πάππου προσπάππου Κυριάκος
ντενεκούλι = ντενεκές, ντενεκεδένιο δοχείο Κυριάκος
ντεντές = τεμπέλης
ντέπος = αποθήκη
ντερβένι = κεντρικός δρόμος
ντερμπεντέρης = ανοικοκύρευτος
ντερτιλής = μερακλής
ντεψί = ταψί
ντιάλα = ξύλο με διχάλα στην κορυφή Κυριάκος
ντιβέτσι = κουζινικό σκεύος, μικρό ταψί
ντίγκα = γεμάτο, φίσκα Κυριάκος
Ντίνης = υποκ. του Κωνσταντίνου
ντίου ντάου = παιδικό (επικίνδυνο) παιχνίδι
ντίπι = εντελώς, τελείως
ντίπου = καθόλου
ντόγκανο = εντελώς άδειο Κυριάκος
ντότι = εύκολα (πχ δεν μπόρεσα ντότι να πάω)
ντουβάρι = κουτός, αυτός που δεν του κόβει το μυαλό Κυριάκος
ντουγραμάς = 1.σανίδα 2.αμόρφωτος («? είναι ντουγραμάς?»)
ντουκούμι = κομμάτι κρέας (ψαχνό συνήθως) Κυριάκος
ντουμάνι = έντονος καπνός
ντουμπακιάζω = δέρνω
ντουμπίτσι = ξυλοδαρμός
ντούμπλα = είδος χαλιού Ανδρέας
ντουνούπι = τύφλα στο μεθύσι, σκνίπα Κυριάκος
ντουντούμης = χαζός, βλάκας Κυριάκος
ντουντούνα = σκληρό φύλλο χλωρού κρεμμυδιού-φορέας του σπόρου του
ντουρμπέκι = οργανο με το οποιο χτυπάμε το γαλα για να γινει βουτιρο Κώστας
ντούτσια = ψωμάκια, πιασίματα, περιφέρεια Κυριάκος
ντουφεκισμένος = κακόμοιρος
ντούφι = ιδιοτροπία
ντραγκατζίκα = καραβάνα φαγητού
ντρεβενίτσα = είδος παγουριού για τη μεταφορά κρασιού η νερού Κώστας
Ντρέκος = υποκ. του Αντρέας
ντριβάζω = κυκλοφορώ, πηγαινοέρχομαι Κυριάκος
ντριμόνι = σουρωτήρι (μεταφ.)
ντρουμπέκι = ξύλινο δοχείο για αποβουτήρωση γάλακτος
ντρουμπούκι = χοντρό ξύλο, κορμός δέντρου Κυριάκος
ξάχαλο = όχι ιδιαίτερα ικανό άτομο
ξάχισμα = επιχείλιος έρπης Κυριάκος
ξαχλιάζω = διασκεδάζω
ξεβεντιάζω = δοκιμάζω
ξεθρεμίζω = αποδυναμώνω
ξεθώνισε = χάζεψε
ξεκάλτσωτος = ξυπόλυτος
ξεκάνω = αποτελειώνω Ανδρέας
ξελαμνώνω = ξεγυμνώνω
ξελαφιάζω = ξεκουφαίνω
ξεμπινιάρικο = αλήτης
ξεπαστρεύω = καθαρίζω, αποδεκατίζω
ξεσυνέρεια = ανταγωνισμός
ξεφάλωτη = γυναίκα χωρίς μαντήλι στο κεφάλι
ξεφλίζω = ξεφλουδίζω Κυριάκος
ξεχλιάζω = περνώ την ώρα μου Ανδρέας
ξιάω = ξύνω
ξίγκι = λίπος
ξίκι = περριτό, μη θεμιτό (π.χ.: δεν το θέλω, να μου γίνει ξίκι)
ξιούρας = αλλοπαρμένος
ξοδικιά = ξωτικό (συνήθως γυναικείας μορφής)
ξόδρεμα = στραβοκατάπωση
ξολαλάω = λέω αηδίες
ξόμπλι = περιέργως ηλίθιος, εκτός τόπου και χρόνου
ξυλοκρέββατο = φορείο
οβίρα = σημείο σε ποταμό που σε παρασύρει προς τα μέσα
οβορός = τοίχος
οκάρα = δοχείο φύλαξης υγρών
Όνι = υποκ. της Ερμιόνης
όντας = όταν
οπίγκες = φτηνά δερμάτινα παπούτσια
οργιά = μονάδα μέτρησης μήκους, ίση με την απόσταση μεταξύ των ανοιχτών χεριών
οργιό = ρίγος
ορμήνια = συμβουλή
όρνιο = βλάκας (μεταφ.)
ορός = τυρόγαλο Κυριάκος
ούρμο = λωτός
οφιτσίνα = συνεργείο αυτοκινήτων Σπύρος
οφλιά = μικρή κοφτερή πέτρα
παγούρι = δοχείο νερού
πάει γκαβό = με τύχη Ανδρέας
παλάτσιο = παλιοτόμαρο Κυριάκος
παλιάτσιω = παλιοτόμαρο Κυριάκος
παλιοπλιάτσικο = ανέντιμος (μεταφ.) [παλιό ρούχο]
παλιούρι = αγκαθωτό φυτό που χρησιμεύει για περιφράξεις
< 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 >
Με απόλυτο σεβασμό στις ρίζες, στην παράδοση και στη σημασία αυτών των λέξεων.
Ποιο πιστεύετε ότι έχει τη μεγαλύτερη προτεραιότητα για το χωριό μας;
Ο δρόμος ή η ύδρευση;
Μόνο τα μέλη ψηφίζουν
Επισκέπτες: 1
Εγγεγραμμένοι: 0
booked.net
Στο www.eleftherohori.gr χρησιμοποιούμε cookies!
Χρησιμοποιούμε cookies για να μην χρειάζεται κάθε φορά να κάνετε σύνδεση (login) στο site μας,
πατώντας "Αποδοχή" θα αποθηκευτούν με κρυπτογράφηση στη συσκευή σας τα στοιχεία εισόδου σας για 1 έτος.
Αποδοχή