Είσοδος χρήστη
Πρόσφατα σχόλια
Λεξικό Βορειοηπειρωτικής διαλέκτου
βετούλα
=
η κατσίκα στο δεύτερο έτος της ηλικίας της
Σπύρος
βίγκλα
=
η τρύπα δίπλα από το στόμιο της βαλέρας
Κυριάκος
βίντσι
=
γερανός
βλαστερό
=
ξύλινη σφραγίδα για το αντίδωρο
βλάχουρος
=
φτέρη
Ανδρέας
βόζα
=
μεγάλο μεταλικό δοχείο γα νερό (200 λίτρων)
βολά
=
φορά
βολιέμαι
=
προσδιορίζομαι
βούβα
=
σκάσε, πάψε
Ανδρέας
βουζιά
=
κουφοξυλιά
βούλα
=
κουμπί (από ρούχα)
Κατερίνα
βουλτιά
=
κόπρανα ζώου
βούντε
=
συνέχεια και πολύ (π.χ.: σήμερα βρέχει βούντε)
Κυριάκος
βουρκόλακας
=
1) αχόρταγος 2) αυτός που ξυπνάει πολύ νωρίς
Κυριάκος
βουρλός
=
τρελός
βουτσέλα
=
μεγάλο δοχείο για αποθήκευση κρασιού, γενικά υγρών
Ανδρέας
βρακανίδες
=
άγρια χόρτα φαγώσιμα
βρυσσάει
=
πηγάζει
βυζορούτι
=
σουτιέν (σπάνια χρησιμοποιείται)
γαίμα
=
αίμα
Γάκης
=
υποκ. του Γιώργου
γαλάρα
=
ζώο την περίοδο μετά τη γέννα
γάστρα
=
1) μαγειρικό σκεύος, 2) γλυκό από ζύμη
Γγέλης
=
υποκ.του Βαγγέλη
Γεραμπής
=
Θεός
Ανδρέας
για καστένι
=
το έκανε επίτηδες
Ανδρέας
γιάννικας
=
πασχαλίτσα
Γιαννούλα
=
υποκ. της Ιωάννας
γιαργούτι
=
γιαούρτι
γιαργουτόσπορος
=
γιαούρτι που χρησιμοποιείται για να πήξει το γάλα
γιατάκι
=
πάπλωμα
γινάτεψα
=
νευρίασα
γιόντζι
=
τριφύλλι
γιοργάνι
=
πάπλωμα
γιούκι
=
η προίκα της νύφης
Γιώργενα
=
η γυναίκα του Γιώργου
Κυριάκος
Γιώτης
=
υποκ. του Παναγιώτη
γκάβαλα
=
κόπρανα ζώου (αλόγου, γαϊδάρου)
γκάβλιακας
=
τυφλός
Ανδρέας
γκαβλόρης
=
αυτός που δε βλέπει καλά (το λέμε μειονεκτικά)
Κυριάκος
γκαβόσκυλο
=
τυφλός (μειονεκτικά)
γκαβώθηκα
=
τυφλώθηκα
Dimitra
γκάγγος
=
ωραίος
γκάγκα
=
ηλίθια
γκαζέρα
=
μαγειρικο σκεύος που λειτουργει με πετρελαιο
γκαζέρμα
=
αποθήκη, κυρίως στρατιωτικού υλικού
γκαζερό
=
δοχείο μεταφοράς πετρελαίου για τη γκαζέρα
γκάζι
=
πετρέλαιο
γκαζιά
=
δέντρο του οποίου οι καρποί τρώγονται
γκάζια
=
ο καρπός της γκαζιάς
γκαζιάκι
=
κοντό παιδί, μικροκαμωμένο
Κυριάκος
γκαζντάρι
=
μικρό σπιτάκι (περιφρονητικά) ή αποθήκη
γκαίμια
=
τα σκοινιά με τα οποία οδηγούμε το άλογο
γκαλίτσι
=
αρπακτικό (π.χ. τσακάλι)
γκαμπέλης
=
γύφτος
γκάνιος
=
αυτός που γκαρίζει ή κλαίει με χοντρή φωνή
Κυριάκος
γκαντιφές
=
κοτλέ
γκάρα
=
αγώνας δρόμου
γκαργκάλι
=
σαράβαλο
Κυριάκος
γκάρμπα
=
η γριά γίδα (λέμε και τη γυναίκα μεγάλης ηλικίας)
Κυριάκος
γκαρνέτο
=
κλαρίνο
γκαρόσια
=
τα ζουμιά της ελιάς εκτός του λαδιού
Κυριάκος
γκάσγκανος
=
πειραχτήρι
Ανδρέας
γκαστώνω
=
πυρώνομαι στη φωτιά
Κυριάκος
γκάχας
=
βλάκας
γκέρτζιος
=
γερασμένος γάιδαρος
Σπύρος
γκέτες
=
καλσόν
γκζιχώνω
=
σκάβω
Ανδρέας
γκιβέτσι
=
είδος ταψιού
Κυριάκος
γκίζα
=
ανθότυρο, μυτζήθρα
Κυριάκος
γκιζεράω
=
τριγυρνάω
γκιζεροθύρης
=
αυτός που τριγυρνάει από σπίτι σε σπίτι
Κυριάκος
γκιζοκαμένο
=
αδύναμο παιδί χωρίς πολλές αντοχές
Κυριάκος
γκιμί
=
μικροκαμωμένος και άσχημος
Κυριάκος
γκιόλι
=
βρεγμένος
Βαγγέλης
γκιόξι
=
στήθος
γκιόσα
=
γίδα με 2 καφέ λωρίδες στο πρόσωπο
Ανδρέας
γκιούμι
=
δοχείο μεταφοράς νερού
γκισγκίνι
=
ταχύτατα
Ανδρέας
γκλάβανη
=
καταπακτή
γκλάβανος
=
πολυλογάς, φωνακλάς
Κυριάκος
γκλαμανάω
=
μιλάω πολύ, λέω βλακείες
Ανδρέας
γκλάμπας
=
χαζός
Ανδρέας
γκλαμπόφτης
=
αφτιάς
γκλάφας
=
βλάκας, ηλίθιος
γκλιγκάτσα
=
φυτό με έντονη δυσοσμία
γκοβόλας
=
χαζός
Σπύρος
γκογκοζιάρες
=
κόκκινες πιπεριές τουρσί
γκολφ
=
ζιβάγγο
γκομπίλας
=
άκομψος
γκομπλίτσα
=
δοχείο στο οποίο πίνουν νερό τα γουρούνια, αποκαλούμε έτσι και τους κεφάλες
γκομπούρας
=
χοντροκέφαλος, αυτός που δεν του κόβει
Alexandra
γκόμσιες
=
χαζός, βλάκας
Ανδρέας
γκορόμηλα
=
άγρια μήλα
γκόρτσα
=
άγρια αχλάδια
γκορτσοκέφαλος
=
1) κουρεμένος με την ψηλή 2) καραφλός
γκορτσολέμικο
=
πουλί χωρίς πούπουλα στο λαιμό
γκότζες
=
τρίχες, μπούρδες
Κυριάκος
γκοτζόλα
=
κουράδα
Κυριάκος
γκότσι
=
παίρνω κάποιον στην πλάτη
Σπύρος
Με απόλυτο σεβασμό στις ρίζες, στην παράδοση και στη σημασία αυτών των λέξεων.
Ποιοι είναι online
Επισκέπτες: 2 Εγγεγραμμένοι: 0
Ο καιρός στο χωριό
Στο www.eleftherohori.gr χρησιμοποιούμε cookies!
Χρησιμοποιούμε cookies για να μην χρειάζεται κάθε φορά να κάνετε σύνδεση (login) στο site μας, πατώντας "Αποδοχή" θα αποθηκευτούν με κρυπτογράφηση στη συσκευή σας τα στοιχεία εισόδου σας για 1 έτος.
Αποδοχή