Λεξικό Βορειοηπειρωτικής διαλέκτου
Ταξινόμιση: αλφαβητικά | συγγραφέας | ημερομηνία | |
κουκάλογο = χαζός, κουτός Ανδρέας
κούκας = κουτός, χαζός Κυριάκος
κουκιάης = είδος δέντρου με ροζ-μοβ ανθό Κυριάκος
κουκούδι = ξεραμένο αίμα πληγής ή ξεραμένη μύξα Ανδρέας
κουκουλίτσα = μανιτάρι
κουκουμάτσιο = κουκουβάγια
κουλιάς = διωκώμενος (απ? τους κομμουνιστές)
κουλούφι = θήκη Σπύρος
κουλτούκι = καναπές, πολυθρόνα
κουμπαραχιά = σπονδυλική στήλη Κυριάκος
κούμπουλα = κορόμηλα
κουναρίζω = ανατρέφω, μεγαλώνω τα παιδιά Σπύρος
κούπες = βεντούζες Κυριάκος
κουρί = το μικρό δάσος, διότι τα δέντρα περιοδικά "κουρεύονται" Σπύρος
κουρκούτας = αυτός που δε μιλάει καθαρά
κουρκούτι = χυλός
κουρκουτιάζω = μπερδεύω
κουρκουτόπιτα = πίτα με χυλό και κομμάτια τυριού
κουρμούτσι = κρέας, κοψίδια Κυριάκος
κουρούνα = τσαμπί σταφυλιού (π.χ.: μια κουρούνα σταφύλια) Κυριάκος
κουτέλι = τενεκεδάκι Σπύρος
κούτιακας = χαζός, βλάκας Ανδρέας
κουτούζικο = κουτός
κουτουλιάμενα = κατρακυλώντας Vasilaqis
κούτουλος = πολύ απότομη κατηφόρα Κυριάκος
κουτουρού = στα χαμένα Ανδρέας
κουτσιαβέλι = κουτάβι, μικρό σκυλάκι Κυριάκος
κουτσούλι = σκατούλα, μικρή κουράδα Κυριάκος
κουτσούπι = ό,τι απομένει από το δέντρο αφού το κόψουμε
κουτσουπιά = είδος δέντρου με μωβ ανθό
κουφάλογο = πολύ κουφός Κατερίνα
κουφολάχανο = φαγώσιμο χόρτο
κοψιά = κομμάτι μαγειρεμένου κρέατος
κρακ = καθόλου
κράνι = 1)καρπός δέντρου (κρανιάς) 2) αποκαλείται έτσι και το αιδοίο
κρατημένος = δυσκίνητος, παράλυτος
Κράτης = υποκ. του Σωκράτη
κρένω = μιλάω
κριάσι = κρέας Ανδρέας
κρίγγαλο = πολύ σκληρό
κρισάρα = σίτα
κρίτσα = η κόρα του ψωμιού Σπύρος
κριτσάει = σκάει, κάνει μπαμ Ανδρέας
κρόδα = 1.βρωμιά, 2.λερωμένος, -η, -ο
κροδιάρης = λερωμένος
κρόθα = η κόρα του ψωμιού
κρότσα = βρομιά Ανδρέας
κροτσιάρης = βρομιάρης, άπλυτος Σπύρος
κρούσιαλο = πολύ γερασμένος Ανδρέας
κρουσιέλι = απομεινάρι ψωμιού Κυριάκος
κρούτα = η προβατίνα που έχει κέρατα Κυριάκος
κρυβητό = κρυφτό Κυριάκος
κυβούρι = μνήμα
κυπρί = κουδούνι
κωκεύω = σκοποβολώ, σημαδεύω (από το αρχαίο "ακώκη") Σπύρος
κωκεύω = σκοποβολώ, σημαδεύω (από το αρχαίο "ακώκη"= βέλος) Σπύρος
κωλοκαθιά = κωλότρυπα Κυριάκος
κωλοκούρι = κούρεμα που κάνουν στα πρόβατα (κάτω από την κοιλιά) Κυριάκος
κωλοσφίγκι = κολλητήρι(μικρό παιδάκι) Ανδρέας
κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα
Κώτσιενα = η γυναίκα του Κώτση Κυριάκος
Κώτσιος = υποκ. του Κώστα
λαγγιόλι = μέρος της δροπολίτικης στολής
λαγγόνι = το σημείο πίσω από το νεφρό
λάγια = μαύρο πρόβατο Ανδρέας
λάγιο = 1)μαύρο πρόβατο, 2) αποκαλείται έτσι και ο μελαχρινός
λαγούμι = μικρό κανάλι δίπλα σε τοίχο
λαένι = κανάτα για νερό Κυριάκος
λαθίρο = παρδαλή κότα
λακιά = ρεματιά Κυριάκος
λάκος = ρέμα
λακοσίνα = μικρός χείμαρρος με θάμνους Κυριάκος
λαμνάτος = γυμνός
λάμπα = λάμπα πετρελαίου
λαμπαρδόνες = μπούρδες Κυριάκος
λαμπατσίδες = πυγολαμπίδες
λαμποβίτης = μοναχοφάης, συμφεροντολόγος Κυριάκος
λανάρι = ξύλινο εξάρτημα με δύο μεταλλικές επιφάνειες για την επεξεργασία μαλλιού
λάπας = αφτιάς
λάπατα = χόρτα φαγώσιμα
λαπούσης = αφτιάς
λαράσης = είδος αετού με ανοιχτό χρώμα Κυριάκος
λάστιχο = σφεντόνα
λαφατζάνος = παρλαπίπας, κάποιος που μιλάει πολύ Κυριάκος
λαψάνα = μεγάλο κομμάτι Κυριάκος
Λέας = υποκ. του Αχιλέα
λέβα = λοστός Ανδρέας
λεβίθα = σκουληκαντέρα Κυριάκος
λεκαντζούρης = κοκκαλιάρης Ανδρέας
λέκια = λεφτά
λέλεκας = πολύ αδύνατος, κοκαλιάρης Κυριάκος
λεπιάρης = βρώμικος, άπλυτος Κυριάκος
λέπρα = βρωμιά Κυριάκος
λέρα = 1) βρωμιά, 2) μέρος οπού πίνουν νερό τα ζώα
λεφτόκαρα = φουντούκια
Λέως = υποκ. του Λεωνίδα
λιαβατρίτσε = πλυντήριο
λιάζομαι = κάθομαι στον ήλιο
Λιάκος = υποκ. του Ηλία
Λιάνης = υποκ. του Στυλιάνη
< 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 >
Με απόλυτο σεβασμό στις ρίζες, στην παράδοση και στη σημασία αυτών των λέξεων.
Ποιο πιστεύετε ότι έχει τη μεγαλύτερη προτεραιότητα για το χωριό μας;
Ο δρόμος ή η ύδρευση;
Μόνο τα μέλη ψηφίζουν
Επισκέπτες: 1
Εγγεγραμμένοι: 0
booked.net
Στο www.eleftherohori.gr χρησιμοποιούμε cookies!
Χρησιμοποιούμε cookies για να μην χρειάζεται κάθε φορά να κάνετε σύνδεση (login) στο site μας,
πατώντας "Αποδοχή" θα αποθηκευτούν με κρυπτογράφηση στη συσκευή σας τα στοιχεία εισόδου σας για 1 έτος.
Αποδοχή